γοργόνα

I
Μυθολογικό πρόσωπο. Αναφέρεται και με το όνομα Γοργώ. Στην ελληνική μυθολογία, η Γοργώ είναι το φοβερό, δαιμονικό τέρας, η κόρη της Γαίας. Στην παλαιότερη εκδοχή του μύθου αναφέρεται ότι κατά τη Γιγαντομαχία, η Γαία, για να βοηθήσει τους γιους της Γίγαντες στον αγώνα τους εναντίον των ολύμπιων θεών γέννησε τη φοβερή Γοργώ. Η Αθηνά όμως σκότωσε το τέρας, φόρεσε το δέρμα του σαν θώρακα και τοποθέτησε την κεφαλή του στη μέση της ασπίδας της, για να τρομάζει τους εχθρούς της. Στη Θεογονία του Ησίοδου, η Γ. εμφανίζεται ως τριάδα από τερατόμορφες αδερφές, τις Γ.
Οι Γ., θαλάσσιοι δαίμονες με μορφή γυναίκας, ήταν η Ευρυάλη, η Σθενώ και η Μέδουσα. Χαρακτηρίζονταν αποτρόπαιες, οφιοπλόκαμες και ανθρωπομίσητες. Κατά την παράδοση ήταν κόρες του Φόρκυος και της Κητούς και κατοικούσαν στις εσχατιές της Γης, στις Εσπερίδες, πέρα από τον ωκεανό. Τη μόνη θνητή και το κύριο μέλος της τριάδας, τη Μέδουσα, την αποκεφάλισε ο Περσέας. Από το νεκρό σώμα της Μέδουσας, που είχε μείνει έγκυος από τον Ποσειδώνα, ξεπήδησαν ο ήρωας Χρυσάορος και το φτερωτό άλογο Πήγασος, ο σύντροφος του Βελλερεφόντη. Το κεφάλι της Μέδουσας ως μάσκα, είχε τη δύναμη να πετρώνει εκείνον που το αντίκριζε. Ο Περσέας το προσέφερε στην Αθηνά, που το χρησιμοποιούσε ως σύμβολο συνήθως πάνω στο στήθος ή στην ασπίδα της (γοργόνειο). Οι Γ. είχαν μεγάλα στρογγυλά μάτια, πλατιά μύτη, φίδια στο κεφάλι, μεγάλα δόντια σαν του κάπρου, χάλκινα χέρια και χρυσές φτερούγες. Με τη μορφή αυτή παριστάνονται σε αγγεία, σε γλυπτά και σε νομίσματα.
Στους νεότερους χρόνους, η Γ. έγινε το θαλασσινό στοιχειό της λαϊκής παράδοσης. Ο θρύλος της προήλθε (σύμφωνα με τον Ν. Πολίτη) από συγχώνευση των μύθων για τις Γ., τις Σειρήνες και τη Σκύλλα, με διηγήσεις των ελληνιστικών και βυζαντινών χρόνων για τον Μέγα Αλέξανδρο. Είναι αγαθοποιός και κακοποιός δαίμονας τηςθάλασσας με ωραιότατο σώμα γυναίκας έως τη μέση και ψαριού με μία ή δύο ουρές από τη μέση και κάτω. Η μορφή της είναι γλυκύτατη και η φωνή της μελωδική. Ο νεότερος θρύλος τη θέλει αδελφή του Μεγάλου Αλέξανδρου και υπεύθυνη για τον θάνατό του, επειδή ήπιε ή έχυσε το αθάνατο νερό που είχε ο αδερφός της. Γι’ αυτό, ο Αλέξανδρος την καταράστηκε να γίνει ψάρι και να πλανιέται στις θάλασσες. Η Γ. συναισθάνθηκε το σφάλμα της και κάθε φορά που συναντούσε πλοίο στη θάλασσα το σταματούσε και ρωτούσε τους ναυτικούς αν ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος. Αν της απαντούσαν καταφατικά η Γ. μεταμορφωνόταν σε ωραιότατη κόρη, κατέπαυε τους ανέμους και έπαιζε τη λύρα της. Αν όμως η απάντηση ήταν αρνητική, βύθιζε το πλοίο και έπνιγε τους ναύτες.
(Λαογρ.) Οι παραδόσεις για τη Γ. τροφοδότησαν με γόνιμο τρόπο τη λαϊκή τέχνη και τα σχετικά θέματα συναντώνται σε πλαστικές, ζωγραφικές, ξυλογλυπτικές παραστάσεις και κεντήματα. Με Γ. στολίζουν τα ακρόπρωρα των πλοίων και κοσμούν τους τοίχους των καφενείων όπου συχνάζουν ναυτικοί, οι οποίοι αποτυπώνουν στικτά σχέδια (τατουάζ) Γ. στο στήθος και στα μπράτσα τους. Η συνήθεια απεικόνισης της Γ. οφείλεται στη λαϊκή πίστη ότι η μορφή της προφυλάσσει από το κακό μάτι.
Ο τύπος της γυναίκας με ουρά ψαριού έχει πανευρωπαϊκή απήχηση. Στη Δύση εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε ένα λατινικό κείμενο του 7ου ή 8ου αι., το Liber Monstrorum του οποίου σώζονται τέσσερα αντίγραφα του 11ου και 12ου αι. Από την περιγραφή αυτού του μεσαιωνικού τερατολογικού χειρογράφου, η Σειρήνα κατέστη ένα από τα προσφιλέστερα θέματα της δυτικής διακοσμητικής. Ο επαναπατρισμός του ελληνικού αυτού μοτίβου φαίνεται ότι πραγματοποιήθηκε στην Κρήτη την εποχή της ενετοκρατίας, αφού οι παλαιότερες ελληνικές λαϊκές παραστάσεις του συναντώνται στα κρητικά κεντήματα, κυρίως σε γυναικεία πουκάμισα του 17oυ αι. Λίγα θέματα της ελληνικής λαϊκής τέχνης έχουν τη διάδοση και την εικονογραφική ποικιλία που παρουσιάζει η Γ. Η μορφή της υπάρχει σχεδόν σε όλες τις διακλαδώσεις της λαϊκής καλλιτεχνικής δημιουργίας: γλυπτική, ξυλογλυπτική, κεντητική, ζωγραφική. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι Γ. σε κρητικά κεντήματα και σε ξυλόγλυπτα τέμπλα του 19ου αι. Οι επικρατέστεροι εικονογραφικοί τύποι της Γ., οι οποίοι εξαρτώνται κυρίως από την οικονομία του χώρου που διακοσμούν, είναι τρεις: γυναίκα με δύο ουρές ψαριού, συμμετρικά υψωμένες που τις κρατά με τα δύο της χέρια· γυναίκα με μία ουρά ψαριού και ένα ναυτικό σύμβολο στο χέρι (καράβι, άγκυρα, κουπί) αλλά και σημαία ή άνθη· γυναίκα που την έχει καταπιεί μέχρι τη μέση ένα μεγάλο ψάρι. Ο τελευταίος αυτός τύπος, που προέρχεται μάλλον από την κρητική παράδοση, κατά την οποία την αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου την κατάπιε ένα ψάρι μόλις έπεσε στη θάλασσα. Συναντάται κυρίως στα καλτσόξυλα, μικρά ξυλόγλυπτα όργανα της πλεκτικής. Στους τρεις αυτούς βασικούς τύπους πρέπει να προστεθούν και οι ολόγλυφες γυναικείες φιγούρες των παλαιών καραβιών, οι οποίες αν και είναι ακέραιες γυναίκες ή κορμοί γυναικών, ονομάζονται Γ., όνομα που δίνεται ακόμα και στα αντρικά ακρόπρωρα.
H φοβερή Γοργώ, κόρη της Γαίας, που τη γέννησε για να βοηθήσει τους γιους της στη Γιγαντομαχία. Τη σκότωσε η Αθηνά και τοποθέτησε το κεφάλι της στη μέση της ασπίδας της για να τρομάζει τους εχθρούς της. Το κεφάλι αυτό της Γοργούς χρονολογείται στις αρχές του 6ου αι. π.Χ.
Ολόγλυφη γυναικεία μορφή Γοργόνας την οποία τοποθετούσαν στα ακρόπρωρα παλαιών καραβιών (φωτ. Μουσείου Ελληνικής Λαϊκης Τέχνης).
II
Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 340 μ., 205 κάτ.) του νομού Ξάνθης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Μύκης.
* * *
η
1. θαλάσσιος δαίμονας με σώμα γυναίκας ώς τη μέση και στη συνέχεια με σώμα ψαριού που έχει μία ή δύο ουρές
2. γυναίκα ωραία και χαριτωμένη
3. μεγαλόσωμη, δύστροπη γυναίκα
4. ακρόπρωρο καραβιού.
[ΕΤΥΜΟΛ. Με τη λ. Γοργώ*, δηλωνόταν ένα τέρας τής ελληνικής μυθολογίας. Από τον Ησίοδο όμως, που ο μύθος τής Γοργούς άλλαξε και αντί ενός έγιναν τρία τέρατα με μορφή γυναίκας, σχηματίστηκε πληθ. Γοργόνες, έπειτα δε αιτ. ενικού Γοργόνα και ονομαστ. Γοργών, απ' όπου και το νεοελλ. γοργόνα].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Γοργόνα — Γοργόνᾱ , Γοργόνη fem nom/voc/acc dual Γοργόνᾱ , Γοργόνη fem nom/voc sg (doric aeolic) Γοργώ the Gorgon fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γοργόνα — [горгона] ουσ. Θ. горгона, сирена …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • γοργόνα — η πλάσμα της θάλασσας, σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, με κεφάλι και κορμό γυναίκας και ουρά ψαριού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Γοργόν' — Γοργόνᾱͅ , Γοργόνη fem dat sg (doric aeolic) Γοργόνα , Γοργώ the Gorgon fem acc sg Γοργόνι , Γοργώ the Gorgon fem dat sg Γοργόνε , Γοργώ the Gorgon fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γοργόνας — Γοργόνᾱς , Γοργόνη fem acc pl Γοργόνᾱς , Γοργόνη fem gen sg (doric aeolic) Γοργώ the Gorgon fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γοργόναι — Γοργόνᾱͅ , Γοργόνη fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γοργόναν — Γοργόνᾱν , Γοργόνη fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γοργόνειος — α, ο (Α γοργόνειος, ον) 1. ο σχετικός με τη Γοργόνα, τη Μέδουσα 2. το ουδ. ως ουσ. το Γοργόνειον το κεφάλι τής Μέδουσας. [ΕΤΥΜΟΛ. < (θ.) γοργον τού πληθ. Γοργόνες (βλ. λ. Γοργώ) απ όπου και αιτ. ενικ. Γοργόνα και ον. Γοργών] …   Dictionary of Greek

  • γοργόνη — η (Α Γοργόνη, Μ γοργόνη) μσν. νεοελλ. η γοργόνα αρχ. βλ. Γοργώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < (θ.) γοργον τού πληθ. Γοργόνες (βλ. λ. Γοργώ), απ όπου και αιτ. ενικ. Γοργόνα και ον. Γοργών] …   Dictionary of Greek

  • Gorgonen — Grund einer schwarzfigurigen Schale aus Lakonien, um 565 v. Chr. [1] …   Deutsch Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.